Ταξίδεψα για Χανιά Πέμπτη πρωί. Χωρίς καμπίνα. Για όσους είναι γνώστες του θέματος, καταλαβαίνουν αμέσως πως αυτό είναι αίσχος. Διότι δε νοείται να πας Κρήτη με το αργό (9 ώρες ταξίδι) και να μην ταξιδέψεις βράδυ (μπαίνεις στις 9 και βγαίνεις στις 6 το πρωι) και με καμπίνα. Κλείσαμε τα εισιτήρια ένα μήνα πριν, και δεν υπήρχαν καμπίνες και επίσης είχαμε την τύχη - ατυχία να ανακαλύψουμε Τετάρτη βράδυ οτι ο bro είχε κατά λάθος κλείσει εισιτήρια όχι για το βραδινό αλλά το πρωινό της Πέμπτης. Au mon Dieuuu!

Τέσπα, πήγαμε πρωί - πρωί και για αυτό το λόγο βρήκαμε αυτή την πολύ ωραία θέση να τη βγάλουμε, που συνδύαζε δυο "υπερσύγχρονους" υπολογιστές με σαλονάκι. Τι να κάνεις, τι να κάνεις τόσες ώρες. Ακούσαμε μουσική στα mp3, σας έστειλα το προηγούμενο post, διάβασα ένα πολύ καλό και σύντομο αυτοβιογραφικό για τον Πικάσο (τα έχει ο Ελευθερουδάκης για όλους τους μεγάλους ζωγράφους, σε ελληνική έκδοση, στα 5 ευρώ το ένα και μικρά σε μέγεθος, τέλεια για ταξίδι), μου έφτιαξα αυτό το μωβί βραχιόλι που δε μπορούσα να το βγάλω μετά παρά μόνο αν το έκοβα (το έφαγα στα μούτρα μέχρι που γύρισα και αποφάσισα να το κόψω) και αναπόφευκτα σε μια φάση μας έπιασε βλακεία, οπότε έβαλε ο bro ένα χαρτί που έγραφε "Πληροφορίες" μπροστά από τον ένα υπολογιστή και πέρναγε ο κόσμος και ρώταγε απορίες και εμείς του απαντάγαμε!


Επιτέλους (για όλους) φτάσαμε κάποτε με δύο ώρες καθυστέρηση (αφού αργήσαμε να φύγουμε δυο ώρες...). Καλά, στα Χανιά, άλλη χώρα ε, ήλιος, πολύ γλυκό κλίμα, άμα έχεις το λυβικό πέλαγος από κάτω χρυσό μου..! Κατά τα γνωστά μετά, θείοι, ξαδερφάκια, Κουμ Καπί κλπ. κπλ. λπκ. πλκ.....

Την επόμενη πάμε στο χωριό, και όταν λέμε χωριό εννοούμε χωριό, όχι αστεία. Δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα να κάνεις. Δεν υπάρχει καφενείο, σούπερ μάρκετ, φούρνος, ούτε περίπτερο. Οπότε, τι σου μένει; Να ξεχυθείς στας εξοχάς και να γεμίσεις the battery of your soul! Η φύση στο μεγαλείο της!


Μετά χτυπήσαμε και μια βόλτα με το αυτοκίνητο για καφεδάκι στα νότια της Κρήτης, σε μια αγαπημένη παραλία, τη Σούγια (πολύ ρέγγε καταστάσεις). Ήταν πανέμορφα, τι να πω..
Το βράδυ, ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με το αρνί στην αυλή, και του τα είπα όλα, γιατί το έκαναν έτσι, τι το περιμένει την επόμενη μέρα..



(Εδώ μια μικρή παρένθεση: Χρόνια τώρα δηλώνω ότι εγώ δεν θα ξαναπάω στην Ανάσταση. Πέρα από το γεγονός ότι απέχω πολύ από το να είμαι μια ευσυνείδητη Χριστιανή Ορθόδοξη, δεν αντέχω τα βαρελότα, τα βεγγαλικά, τις στρακαστρούκες και τα σούπα μούπες εκείνης της ώρας αγκαλιά με τις λαμπάδες. Πάντα κλαίω, βρίζω, σπρώχνω τον κόσμο να περάσω, τρέμω και επίσης νομίζω πως παθαίνω μικροεφράγματα ανά κρότο. Να σημειωθεί οτι μια χρονιά έκαψα μόνη μου τούφα από τα μαλλιά μου με το κερί που κράταγα, προσπαθώντας να φιλήσω μια ξαδέρφη και από τότε άρχισα να κουρεύομαι και μόνη μου)

Εκεί στην Κρήτη λοιπόν, καίνε τον Ιούδα, που σημαίνει ανάβουν μια τεράστια φωτιά και από παντού πετάγονται σπίθες, πράγμα το οποίο από μόνο του είναι αρκετά τρομαχτικό νομίζω. Με το που γίνεται Ανάσταση, αρχίζουν και κει τα μπαπαμπούπα! Να τα μας λέω, αρχίζουν τα γνωστά συμπτώματα μου, πανικός, τρομάρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, αρχίζω και θυμάμαι πως βρίζει ο κόσμος, είμαι έτοιμη να αρχίσω και ξαφνικά νιώθω κάτι να με χτυπάει στην πλάτη και μετά να ζεσταίνομαι, ένα τσούξιμο.. Συγχρόνως, επικρατεί ένας πανικός παντού, όλοι τρέχουν και φωνάζουν, ο παπάς χοροπηδάει, μόνο ο Ιούδας εκεί, cool καίγεται. Τρέχω και γω, να κρυφτώ σε καμιά γωνιά, έχω χεστεί πάνω μου, και παράλληλα ψάχνομαι και πιάνω πίσω στο ωραίο μου παλτουδάκι γιατί κάτι με ζεσταίνει ρε παιδί μου! Ώπα της, εντοπίζω μια τρυπάρα να!
ΜΕ ΧΤΥΠΗΣΕ ΒΑΡΕΛΩΤΟ ΜΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ ΜΑΜΩ!
Κλάμα η δικιά σας, κλάμα κορόμηλο! Από νεύρα, από φόβο, από γκαντεμιά και βέβαια για το ωραίο της παλτουδάκι! Μετά στο σπίτι, με 25 άτομα σε ένα δωμάτιο (Πάσχα στην Κρήτη είπαμε) κάναμε αυτοψία και είχαν κάνει τρυπούλα και τα τρία μπλουζάκια που φόραγα μέσα από το παλτό και είχα ένα μικρό μόνο σημαδάκι στην πλάτη. Δεν χρειάζεται και δικαιολογία πλέον ε:
ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΩ!


Την επομένη, κλασικά πράγματα, χορός, αρνί (αν και φέτος δεν έφαγα καθόλου, θες οτι δε μου άρεσε, θες η δίαιτα που λέγαμε, θες το συναισθηματικό δέσιμο επειδή το βράδυ που του μίλησα ήρθαμε πιο κοντά) και στο τέλος θέλαμε και γλυκό (άλλο από τον ένα τόνο σοκολατένια αυγά και τσουρέκια που είχαμε εξαφανίσει). Και ω ναι, τι πιο φυσιολογικό, είχαμε στο ορεινό χωριό τρεις ανανάδες και πλακωθήκαμε και τους φάγαμε!

Οτι Να Ναι!